Ο Τάκης Παραφέστας, ο αρχηγός της ΑΕΛ που σήκωσε το 1985 το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της ΑΕΛ θυμάται την περίφημη δεκαετία του ’80, όταν η καρδιά του ελληνικού ποδοσφαίρου χτυπούσε στον… θεσσαλικό κάμπο, μιλώντας στην Sportday.

Αναλυτικά ο Τάκης Παραφέστας
Κύριε Παραφέστα, είστε γέννημα – θρέμμα Λαρισαίος.
Για την ακρίβεια γεννήθηκα στη Φαλάνη, ένα χωριό που είναι ακριβώς δίπλα στη Λάρισα και εκεί πρωτοέπαιξα μπάλα.

Στην ομάδα του χωριού;
Ναι στον Φαλανιακό. Από εκεί με είδαν από την ΑΕΛ και με ζήτησαν για να πάω στην ομάδα. Μάλιστα εγώ ξεκίνησα το ποδόσφαιρο σε ηλικία 16 ετών και η πρώτη προσέγγιση από την ΑΕΛ ήταν το καλοκαίρι του 1972-73. Πήγα και δοκιμάστηκα, όμως δεν τα βρήκαν τότε οι δύο διοικήσεις, με αποτέλεσμα να μείνω ακόμα δύο χρόνια στην ομάδα. Τελικά το 1975 η ΑΕΛ επανήλθε και τότε η μεταγραφή μου έγινε.

Φαντάζομαι ότι ένα όνειρο έγινε πραγματικότητα, καθώς για κάθε Λαρισαίο είναι το όνειρό του να παίξει στην ΑΕΛ.
Δεν το συζητάμε. Έτσι είναι και έτσι θα είναι πάντα. Κάθε παιδί της γενιάς μου ονειρεύονταν να παίξει στην μεγάλη ομάδα του νομού μας. Εγώ το κατάφερα και έμεινα μέχρι το 1987 όπου έζησα μεγάλες στιγμές.

Όταν πήγατε στην ΑΕΛ, ουσιαστικά είχαν αρχίσει να μπαίνουν οι βάσεις για τη δημιουργία της ομάδας που πρωταγωνίστησες μερικά χρόνια μετά.
Εκείνο το καλοκαίρι είχα πάει στην ΑΕΛ και θυμάμαι ότι στην ερασιτεχνική ομάδα ήμουν μαζί με τον Κουκολίτσιο, τον Δράμαλης, τον Ανδρεούδη, τον Μανδραβέλη… Πρόεδρος ήταν ο Ηλίας Κελεσίδης και πράγματι προσπαθούσε να μαζέψει τα ταλέντα της περιοχής.

Ως δεξί μπακ πώς καθιερωθήκατε;
Το 1976 θυμάμαι πως προπονητής ήταν ο Οράσιο Μοράλες. Σε ένα παιχνίδι λοιπόν υπήρχε ανάγκη και μου ανακοίνωσε πως θα με χρησιμοποιήσει ως δεξί μπακ. Πράγματι πήγα καλά και τελικά καθιερώθηκα σε αυτή τη θέση.

Η συνέχεια πώς ήταν;
Συνέχισαν να έρχονται παίκτες που στα επόμενα χρόνια δημιούργησαν τον κορμό της ομάδας και ταυτόχρονα έγραψαν τη δική τους ιστορία. Το 1977 ήρθε στην ομάδα ο Βαλαώρας, μαζί με τον Μουσιάρη και η παρέα μας μεγάλωσε.

Πότε έγινε ουσιαστικά η αλλαγή που μεταμόρφωσε και την ομάδα σε πρωταγωνίστρια;
Δεν μπορούμε να πούμε ότι έγινε κάποια αλλαγή. Ουσιαστικά τα πράγματα εξελίχθηκαν απόλυτα φυσιολογικά και το “χτίσιμο” των προηγούμενων ετών είχε αρχίσει να αποδίδει “καρπούς”.  Το μυστικό της ΑΕΛ ήταν πως οι παίκτες είχαμε γίνει ήδη ένα δεμένο σύνολο και μια παρέα. Επί των ημερών του Παύλου Γρηγοριάδη, που ήταν λάτρης των νεαρών παικτών, όλοι παίρναμε χρόνο συμμετοχής. Ειδικά στον δεύτερο γύρο του εκάστοτε πρωταθλήματος, όταν και ουσιαστικά είχαν κριθεί τα πάντα, έρχονταν η ώρα των “μικρών”.

Έτσι καταφέρνατε όλοι να έχετε αγωνιστικό ρυθμό όπως λέμε.
Ακριβώς και το 78-79 με την έλευση του Μίλαν Ρίμπαρ στη θέση του προπονητή, άλλαξαν αρκετά πράγματα. Άλλαξε ο τρόπος της προπόνησής μας. Μάλιστα για πρώτη φορά γίνονταν και ατομικές προπονήσεις και φυσικά μάθαμε καινούργια πράγματα σε επίπεδο τακτικής.

Ο κορμός ήταν σταθερός, όμως το 1979 συνέβη και το τραγικό δυστύχημα, που ίσως και να άλλαξε την μοίρα της ομάδας.
Ήταν 6 Σεπτεμβρίου του 1979. Είναι κάτι που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Δύο φίλοι μας, δύο παιδιά που ουσιαστικά μεγαλώναμε μαζί, ο Κουκολίτσιος και ο Μουσιάρης ήταν τα θύματα του δυστυχήματος. Ζήσαμε τραγικές στιγμές. Εμείς το μάθαμε την ώρα που είχαμε προπόνηση και θυμάμαι ότι αμέσως τα μέλη της διοίκησης και ο τότε προπονητής μας ο Κώστας Πολυχρονίου έφυγαν αμέσως για να πάνε να δουν τι είχε γίνει. Αυτό το γεγονός μας συγκλόνισε, όχι μόνο ως ομάδα, αλλά όλο τον νομό. Καταφέραμε να κρατηθούμε ακριβώς επειδή είχαμε γίνει οικογένεια και σε τέτοιες στιγμές, η οικογένεια είναι που σε κρατάει.

Ξεπεράσατε αυτό το τραγικό γεγονός και άρχισαν στη συνέχεια οι “καλές μέρες”.
Με την αλλαγή του ποδοσφαίρου σε επαγγελματικό, η διοίκηση τότε του Αντώνη Καντώνια, που είχε ως συνεργάτες τους Παπακώστα, Σαμαρά, έβαλε την ομάδα σε επαγγελματικές βάσεις. Παράλληλα ήρθε ως προπονητής ο Κώστας Πολυχρονίου και αρχίσαμε σιγά σιγά να παίζουμε καλό και αποτελεσματικό ποδόσφαιρο.

Στη συνέχεια ήρθε στην ομάδα ο Αντώνης Γεωργιάδης.
Ένας από τους μεγάλους προπονητές, ο οποίος για μένα ήταν ίσως ο κορυφαίος σε επίπεδο δουλειάς. Να μην ξεχάσω βέβαια να αναφέρω και τον Γιάννη Ματζουράκη, ο οποίος και ως παίκτης, αλλά μετέπειτα και ως βοηθός προπονητή είχε τη δική του συμβολή στο χτίσιμο αυτής της ομάδας.

Κάπως έτσι ήρθε και η πρώτη διάκριση με την πρόκριση στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος.
Ήταν ο πρώτος τελικός εκείνης της ομάδας και παίξαμε με τον Παναθηναϊκό στη Νέα Φιλαδέλφεια. Θεωρώ ακόμα και σήμερα ότι αδικηθήκαμε σε εκείνο το παιχνίδι. Για να μην παρεξηγηθώ εννοώ ότι μας αδίκησε το ματς και η εξέλιξή του, καθώς ήμασταν πολύ καλοί και θα έπρεπε να υπάρχει διαφορετική εξέλιξη στο ματς.

Όμως ουσιαστικά είχατε μπει πλέον για τα καλά στην συνείδηση του κόσμου ως μια ομάδα που θα διεκδικούσε τίτλους.
Πραγματικά είχαμε και εμείς αρχίσει να πιστεύουμε στους εαυτούς μας. Θεωρούσαμε ότι μπορούσαμε να τα καταφέρουμε κόντρα σε κάθε ομάδα και κανένας αντίπαλος δεν μας τρόμαζε. Ακολούθησε ο δεύτερος τελικός με τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ, ο οποίος όμως και πάλι δεν ήταν καλός για εμάς. Βέβαια σε εκείνη την περίπτωση ίσως να έπαιξε και ρόλο ότι στα ημιτελικά είχαμε αντιμετωπίσει μόλις τρεις ημέρες πριν τον τελικό τον Ηρακλή. Ήταν ένα σπουδαίο παιχνίδι, στο οποίο καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια για να επικρατήσουμε και δεν είχαμε προλάβει να ξεκουραστούμε.

Τότε όμως, μπορεί να μην πήρατε τον τίτλο, όμως βγήκατε στην Ευρώπη, καθώς ο Παναθηναϊκός έκανε το νταμπλ.
Ναι ήταν η πρώτη μας εμπειρία και παίξαμε με την Χόνβεντ που είχε τότε στις τάξεις της αρκετούς διεθνείς παίκτες. Ήταν δύσκολο για εμάς, αλλά η εμπειρία ήταν αξέχαστη και ουσιαστικά μας έκανε να είμαστε ακόμα καλύτεροι στη συνέχεια.

Την επόμενη χρονιά όμως γράψατε ιστορία.
Ήταν μια μαγική βραδιά. Θα σου πω όμως κάτι που θα δείξει και το κλίμα που υπήρχε στην ομάδα. Είχαμε τελειώσει το ζέσταμα και ήμασταν στα αποδυτήρια. Ο Στρεϊλάου είχε δώσει τις οδηγίες του και ήταν η ώρα για να βάλουμε τις φανέλες μας. Εγώ εκείνη την ώρα, είπα του Κμίετσικ να πάρει το “10” που φορούσε ο Ανδρεούδης. Αυτός όμως δεν τόλμησε να το κάνει. Έτσι κι εγώ έκρυψα τη φανέλα και ο Ανδρεούδης έφαγε τον κόσμο για να την βρει (γέλια).

Τελικά τι έγινε;
Την έδωσα φυσικά, γιατί ο Στρεϊλάου έβλεπε όλη τη “φάση” και γελούσε. Μου είπε: “Είστε τρελοί; Σε δέκα λεπτά παίζουμε τελικό”. Αυτό όμως δείχνει και το κλίμα που είχαμε στα αποδυτήρια και ταυτόχρονα δείχνει και το ότι δεν ήμασταν καθόλου αγχωμένοι. Πιστεύαμε ότι θα κατακτήσουμε το κύπελλο και το κάναμε.

Φαντάζομαι τι έγινε τις επόμενες ημέρες.
Από το ίδιο βράδυ επικράτησε πανηγυρικό κλίμα. Εμείς ήμασταν σε έκσταση. Φυσικά και τις επόμενες ημέρες όλη η πόλη κυριολεκτικά δεν κοιμήθηκε. Δεν ξεχνιούνται εκείνες οι στιγμές και φυσικά το συναίσθημα την στιγμή που ως αρχηγός είχα την τιμή να σηκώσω το κύπελλο.

Τι κέρδισε θεωρείτε η ΑΕΛ από εκείνο τον τελικό;
Εκτός από το προφανές, τον τίτλο, κέρδισε φυσικά πλέον τον σεβασμό όλων των φιλάθλων. Παράλληλα κέρδισε σε εκείνο το ματς και έναν ακόμα μεγάλο παίκτη, που η μοίρα το ήθελε να φύγει νωρίς και αυτός από κοντά μας. Φυσικά αναφέρομαι στον Γιώργο Μητσιμπόνα, ο οποίος έδειξε σε όλη την Ελλάδα το ταλέντο του. Ήταν ένας πειθαρχημένος ποδοσφαιριστής και γι’ αυτό έκανε μεγάλη καριέρα.

Εκτός από τον τίτλο πάντως, τα παιχνίδια της Ευρώπης επίσης ήταν μεγάλες εμπειρίες για εσάς.
Δεν το συζητάμε. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την πορεία μέχρι τους “8” του κυπέλλου Κυπελλούχων, η οποία θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη. Χάσαμε μεγάλες ευκαιρίες στα παιχνίδια με τη Διναμό Τιφλίδας και στη Λάρισα και στη Ρωσία. Ένα δοκάρι μας στέρησε ίσως την πρόκριση στα ημιτελικά. Νωρίτερα βέβαια ήταν τα παιχνίδια με τη Σερβέτ. Μεγάλες στιγμές, μεγάλες συγκινήσεις.

Νιώθετε άτυχος που δεν μείνατε στην ομάδα μέχρι και το 1988 για να πανηγυρίσετε το πρωτάθλημα;
Η ομάδα είχε πάρει το δρόμο της και το πρωτάθλημα ήρθε φυσιολογικά. Θα μπορούσαμε να το διεκδικήσουμε και την προηγούμενη χρονιά, όμως η απεργία των παικτών μας πήγε πίσω και δεν το πήραμε. Εγώ εκείνο το καλοκαίρι έφυγα από την ομάδα μαζί με τον Ανδρεούδη. Ουσιαστικά δεν θέλαμε να φύγουμε από την ΑΕΛ, όμως έτσι έγιναν τα πράγματα. Βέβαια η ομάδα είχε βάσεις και τότε υπήρχαν ο Καραπιάλης και ο Αγορογιάννης και την οδήγησαν στο πρωτάθλημα.

Τι κρατάτε από την καριέρα σας στην ΑΕΛ;
Τα πάντα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα. Φτιάξαμε μια ομάδα που όλη η Ελλάδα την “παραδέχτηκε” και ζήσαμε μεγάλες στιγμές. Η ομάδα εκείνη έκανε τον κύκλο της με την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Γέμιζε το Αλκαζάρ σε κάθε αγώνα 1,5 και 2 ώρες πριν από την έναρξη. Έρχονταν οι μεγάλοι και ήξεραν ότι θα περάσουν δύσκολα. Παράλληλα και εμείς, αντιμετωπίζαμε μεγάλους αντιπάλους, όπως ο Χατζηπαναγής, ο Δεληκάρης, ο Αντωνιάδης, αλλά τους σεβόμασταν απλώς. Δεν τους φοβόμασταν. Παίζαμε αγώνες, όπως έναν στην Καστοριά, όπου ήμασταν πίσω στο σκορ με 2-0 και νικούσαμε τελικά 2-5. Μεγάλο ματς είχαμε κάνει και στο Καραϊσκάκη με τον Ολυμπιακό, ένα επικό 4-3. Θυμάμαι ένα ματς κόντρα στον Απόλλωνα Αθηνών το 1980 που είχε τρομερό ρυθμό και ο διαιτητής ο Λανδράκης μας έλεγε ότι δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Η ΑΕΛ ήταν οικογένεια, που λειτουργούσε με συνέπεια και επαγγελματισμό.

Αυτό ήταν τελικά και το μεγάλο μυστικό.
Θέλω να πω και στα νέα παιδιά ότι θα πρέπει να πορεύονται έτσι στη καριέρα τους και στη ζωή τους. Εμείς βάλαμε τότε και μέσω ΠΣΑΠ και σε συνεργασία με την τότε υπουργό, την κ. Πετραλιά τις βάσεις για να μπορούν να έχουν όλοι ένσημα και να μπορούν να κάνουν κάτι και μετά το τέλος της καριέρας τους.

Το λέτε και λόγω της τωρινής σας εργασίας ως ασφαλιστής;
Όχι μόνο. Όλοι πρέπει να φροντίζουν για το τέλος της καριέρας τους, σε όποιον τομέα και αν απασχολούνται, όχι μόνο οι παίκτες.

Εσείς τελειώσατε την καριέρα σας στα Τρίκαλα. Προτάσεις δεν είχατε για να φύγετε από την ΑΕΛ;
-Φυσικά και είχα. Από το 1978 ακόμα όταν με ζήτησε πρώτος ο Ολυμπιακός, αλλά η διοίκηση δεν το συζητούσε καν. Μετά ήρθε πρόταση από τον Παναθηναϊκό, καθώς με ήθελε ο Χέλμουτ Σεβέκοβιτς, αλλά και η ΑΕΚ αργότερα, όμως και πάλι η ομάδα δεν με έδινε. Δεν μετανιώνω όμως. Για εμάς η ΑΕΛ είναι κάτι παραπάνω από τρόπος ζωής.
 
ΑΕΛ © 2020. All Rights Reserved. Powered by aelole.gr
Top