Ο κύκλος της εξάρτησης, μια προσωπική κατάδυση!
Η απομόνωση, το κενό και η αδυναμία να βρει ευχαρίστηση σε καθημερινές δραστηριότητες δημιούργησαν το ιδανικό έδαφος για να βρει διέξοδο στον ηλεκτρονικό τζόγο. Η αρχή έγινε σε αθλήματα, και συγκεκριμένα στο τένις. Αρχικά, ήταν ένας τρόπος να προσθέσει ένταση στην παρακολούθηση ενός αγώνα. Σιγά σιγά, όμως, μετατράπηκε σε εμμονή. Η συγγραφέας έγινε ειδικός στο άθλημα: γνώριζε κάθε παίκτη, τις αδυναμίες του, ακόμα και τις προσωπικές του συνήθειες, έμαθε κάθε στοιχηματική εταιρεία, χωρίς όμως να δώσει βαρύτητα σε θέματα αξιοπιστίας ή σε ασφαλείς τρόπους συναλλαγών, που μπορούν σε ένα βαθμό να σε προφυλάξουν από το άμετρο παίξιμο. Προφανώς, τα πονταρίσματά της, ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τους τραπεζικούς της λογαριασμούς και όχι με ανεξάρτητους και προπληρωμένους τρόπους συναλλαγής, όπως η Paysafe (δείτε εδώ νόμιμες στοιχηματικές εταιρίες με paysafe). Αυτή η "εξειδίκευση" της έδινε μια ψευδαίσθηση ελέγχου, την αίσθηση ότι μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα.
Αλλά η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Παρά τη γνώση, το αποτέλεσμα ενός στοιχήματος εξαρτάται και από απρόβλεπτους παράγοντες: έναν απρόσμενο τραυματισμό, μια κακή μέρα για τον αθλητή, ή απλώς τη στιγμή της τύχης. Η αίσθηση του ελέγχου είναι η πρώτη μεγάλη παγίδα του εθισμένου.
Η ψυχολογία της καταστροφής. Το "κυνήγι" των χαμένων.
Η καρδιά του εθισμού δεν είναι τα κέρδη, αλλά οι απώλειες. Όταν η συγγραφέας έχανε, δεν σκεφτόταν λογικά ("σταμάτα τώρα, πριν χάσεις περισσότερα"). Αντίθετα, ενεργοποιούνταν μια παράλογη λογική, το "κυνήγι" των χαμένων. Η σκέψη "πρέπει να τα κερδίσω πίσω" την ωθούσε να ποντάρει περισσότερα και περισσότερο, μπαίνοντας σε έναν φαύλο κύκλο, όπου οι απώλειες πολλαπλασιάζονταν. Η εξάρτηση την οδήγησε σε πράξεις, που ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει. Ξεκίνησε να λέει ψέματα στην οικογένειά της και, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να συνεχίσει, χρησιμοποίησε τις τραπεζικές τους κάρτες για να ανοίξει νέους λογαριασμούς, δημιουργώντας πολλαπλές ψηφιακές ταυτότητες, κάτι που θα ήταν αδύνατο να συμβεί αν είχε τη σύνεση να χρησιμοποιεί για τα στοιχήματά της ψηφιακό πορτοφόλι με δικλείδες ασφαλείας και το χρησιμοποιούσε για παράδειγμα σε μια εταιρεία στοιχημάτων που δέχεται viva wallet. Ήταν μια συνεχής πτώση, όπου κάθε "τείχος" για να σταματήσει κατέληγε να είναι απλώς ένα σκαλοπάτι προς τα κάτω.
Ο εθισμός δεν είναι απλά μια "κακή συνήθεια", αλλά μια δυσλειτουργική ψυχολογική κατάσταση, που ανατρέπει τη λογική. Κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει το ανεξέλεγκτο, να κυνηγά τις απώλειές του, σαν να μπορεί να τις αναστρέψει και να βλέπει κάθε μικρή νίκη όχι ως σωσίβιο, αλλά ως ως "κεφάλαιο" για να κερδίσει. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η χρεοκοπία, αλλά μια βαθιά ψυχολογική κρίση.
Ο μηχανισμός και το εύρος του τζόγου στο τένις υπήρξαν ιδανικά για εκείνη, ειδικά όσων αφορά στον στιγμιαίο τζόγο (In-Play Betting). Η συγγραφέας δεν στοιχημάτιζε μόνο πριν από τους αγώνες, αλλά και κατά τη διάρκειά τους. Αυτό περιλαμβάνει στοιχήματα για το ποιος θα κερδίσει τον επόμενο πόντο, αν ένα παιχνίδι θα περιλαμβάνει τάι μπρέικ, το σκορ ενός συγκεκριμένου γκέιμ.
Στοιχημάτιζε σε όλα τα επίπεδα των διοργανώσεων, από τα κορυφαία τουρνουά (ATP, WTA) μέχρι τα πολύ χαμηλότερα (ITF Futures), ακόμη και σε άγνωστους παίκτες κολλεγίων. Για να στηρίξει τα στοιχήματά της, απέκτησε εμμονική γνώση του αθλήματος, όπως ποιοι παίκτες τείνουν να "πνίγονται" υπό πίεση και ποιοι είναι "βράχοι", προσωπικές συνήθειες παικτών (π.χ., ότι ο Στέφανος Τσιτσιπάς τείνει να κάνει διαλείμματα για τουαλέτα), ακόμη και τεχνικές λεπτομέρειες, όπως ο τύπος μπάλας που χρησιμοποιείται σε διάφορα τουρνουά και πώς αυτό επηρεάζει διαφορετικές παίκτριες.
Ακόμα και μια μικρή νίκη δεν την σταματούσε. Τα κέρδη δεν τα έβλεπε ως επιστροφή χρημάτων, αλλά ως "δανεικό κεφάλαιο", ένα μπόνους που έπρεπε να ξαναποντάρει αμέσως, προκειμένου να κερδίσει ότι έχασε. Αυτή η συνεχής αναβίωση της ελπίδας είναι που κρατά τον εθισμένο. Μετά από κάθε απώλεια, ακολουθούσαν οι σκέψεις "αν μόνο": "αν μόνο είχα ποντάρει διαφορετικά", "αν μόνο ο αγώνας είχε πάει αλλιώς". Αυτός ο κύκλος της μετάνοιας και της “ελπίδας” οδηγεί σε βαθύτερη απελπισία.
Η εμπειρία της συγγραφέως αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης κατάστασης, στη βιομηχανία τυχερών παιχνιδιών. Η έννοια του “υπεύθυνου τζόγου” προκύπτει ως κεντρικός πυλώνας για την αντιμετώπιση των εγγενών κινδύνων. Η βιομηχανία και οι ρυθμιστές αντιμετωπίζουν τη θεμελιώδη πρόκληση της εξισορρόπησης των εμπορικών συμφερόντων με την κοινωνική ευθύνη. Ως εκ τούτου, τα μέτρα υπεύθυνου τζόγου – όπως τα αυτοματοποιημένα όρια κατάθεσης, οι έλεγχοι βιωσιμότητας, που επιχειρούν να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα η ψυχαγωγία να εκφυλιστεί σε καταστροφική εξάρτηση. Η αποτελεσματικότητα αυτών των πρωτοβουλιών, ωστόσο, εξαρτάται κρίσιμα από την αυστηρή εφαρμογή και τη συνεχή βελτίωσή τους, σε μια διαρκή προσπάθεια προστασίας των πιο ευάλωτων παικτών.
Μια μάχη χωρίς τέλος. Η δύσκολη διαδρομή της ανάκαμψης!
Το πιο δραματικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι δεν έχει λήξει. Η Χάνα Τζέιν Πάρκινσον κάνει την τελική της ομολογία. Την ώρα που γράφει αυτό το άρθρο, εξακολουθεί να τζογάρει.
Η απόφαση να γράψει αυτή την αφήγηση είναι μια απελπισμένη κραυγή, μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσει τη δημόσια δήλωση, ως κίνητρο για να σταματήσει. Βλέπει το επόμενο μεγάλο τουρνουά, τόσο ως απειλή, όσο και ως τελική ευκαιρία. Έχει δώσει στον εαυτό της την υπόσχεση ότι μετά από αυτό, θα σταματήσει, είτε κερδίσει πίσω ένα μέρος των χρημάτων της, είτε όχι. Αυτή η "τελική υπόσχεση" είναι ένα συνηθισμένο ψέμα, που ο εθισμένος λέει στον εαυτό του για να δικαιολογηθεί και να συνεχίσει για λίγο ακόμα.
Αυτή η τελική παραδοχή δείχνει τη βαθιά ριζωμένη φύση της εξάρτησης. Δεν είναι απλά μια κακή συνήθεια, που μπορεί να εγκαταλειφθεί με δύναμη θέλησης. Είναι μια ψυχολογική και συναισθηματική μάχη, όπου η λογική ("ξέρω ότι με καταστρέφει") συναντά την αντιληπτή ανάγκη και τη συνηθισμένη συμπεριφορά ("αλλά τώρα, για μια ακόμη φορά...").
Το άρθρο δεν τελειώνει με μια λύση, αλλά με μια αναμονή. Είναι ένα πορτραίτο μιας μάχης που συνεχίζεται, μια υπενθύμιση ότι ο εθισμός είναι μια ασθένεια που δεν θεραπεύεται εύκολα και ότι το δρόμος προς την ανάκαμψη είναι γεμάτος με εμπόδια και την πανταχού παρούσα πιθανότητα μιας υποτροπής.